Απ΄ όλα ξεχωρίζει το είναι μας.
Απ΄ την κάθε μέρα, την κάθε στιγμή.
Την κάθε ανάσα.
Τον κάθε χτύπο της καρδιάς κι όλες τις σκέψεις του μυαλού.
Όσα κάνεις κι όσα δεν κάνεις.
Και δείχνουν όλα τι είσαι, τι κάνεις και για ποιον.
Για ποιους.
Και ποιοι και πως μετράνε το πέρασμά σου.
Πως νοιώθουν και μετράνε τον ίσκιο σου.
Πως σκύβουν το κεφάλι και σε θρηνούν.
Πως το ξανασηκώνουν στον ουρανό, μαζί με τη γροθιά.
Πως στυλώνουν τα πόδια και λένε μέσα τους
“Δεν θα περάσεις, τούτο το χώμα είναι και δικό μας”.
Και πως αφήνουν για σένα όλα τα φτιαχτά, τα στημένα,
όλα αυτά που σε γέννησαν και σε κρατάνε ζωντανό.
Όλες τις παράτες τις φτιαχτές, τις τελετές τις επίσημες,
τις τζάμπα και με έξοδα του Δημοσίου τιμές,
σε τζάμπα πατριώτες των παρελάσεων, αλλά όχι των βουνών και της ψείρας.
Όλα αυτά στα χαρίζουν, στα πετάνε στα μούτρα.
Μαζί με τα πρωτόκολλα, σαν αυτά που υπέγραψες, Κηφισίας κι Αλεξάνδρας γωνία.
Ξεκουμπώνουν το πουκάμισο και τραβάν μπροστά,
μετρώντας νεκρούς, μετρώντας πύρωμα και αίμα της καρδιάς.
Μ’ αυτά μετρούν το χρόνο, για να περάσει και να ‘ρθεί η στιγμή να σημάνουν οι καμπάνες.
Για να τις ακούσουν αυτοί που έμειναν πίσω κι εσύ μαζί, θρεμμένος από τρία συσσίτια.
Τις ακούς;
