Ρίτα Αντωνοπούλου, Νεοκλής Νεοφυτίδης, ένα πιάνο και πολλές φωνές
Δεν ήταν η συναυλία που θα εντυπωσίαζε με το μέγεθος της ορχήστρας και θα συνέπαιρνε τους πάντες με τους πολλούς τραγουδιστές… “το μπρίο και το κέφι τους”… τα εύκολα, πιασάρικα τραγούδια.
Ένα όργανο και μια φωνή, ο πιανίστας Νεοκλής Νεοφυτίδης και η Ρίτα Αντωνοπούλου, τιμούσαν δύο σύμβολα, το ένα μεγαλύτερο από το άλλο: τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Θάνο Μικρούτσικο. Ο περίβολος της Παναγιάς της Κονταριώτισσας, γεμάτος.
Το κοινό παρακολουθούσε, σιγοντάριζε, σιγοτραγουδούσε, κρατούσε το ρυθμό, επιβράβευε ειλικρινώς και συνειδητά. Μια πρόχειρη ματιά θα οδηγούσε στο συμπέρασμα, ότι, η ίδια η σκηνοθεσία της συναυλίας (ένα πιάνο-μία φωνή, συν μία του Νεοφυτίδη κι οι πολλές σιγανές των θεατών), καθόρισε και το μέτρο των συναισθημάτων και τις εκδηλώσεις των θεατών αυτών. Κι όλα κύλισαν απαλά, κατά πως άρμοζε και στον χώρο και στους τιμώμενους και στους τιμητές, επί σκηνής ή στις κερκίδες… Εκεί που έπρεπε, η ανάταση ήταν φανερή, αλλά κανείς δεν σηκώθηκε απ’ την καρέκλα του. Κάποια στιγμή, όταν ήταν η ώρα του “θα σημάνουν οι καμπάνες”, κάποιος χτύπησε την μοναδική καμπάνα του χώρου, συνεσταλμένα (γιατί έμπνευση της στιγμής ήταν κι αυτό, πηγαία αντίδραση).
Κι έτσι, σιγά-σιγά, η συναυλία ολοκληρώθηκε. Με μια σκηνή που δεν είχε καμία επιμέλεια και καμιά σκηνοθεσία. Με ένα κοινό που συντονίστηκε χωρίς οδηγίες ή παραινέσεις. Μόνο του. Επιβραβεύοντας και τιμώντας και εκφράζοντας κι άλλα πολλά, ίσως.. Χωρίς καν μια χειρονομία. Βουβά. Αυθόρμητα. Όπως λένε ότι πολλά σημαντικά, έτσι έρχονται: βουβά. Και γίνονται κραυγή που ακολουθεί μια βουβαμάρα μεγάλη για να τελειώσουν όλα με την κραυγή της αγανάκτησης και να ολοκληρωθεί η διαδικασία…
Να δεις, πως το λέγαμε αυτό, παλιά.., ;;;;
